WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
| Κύριες μεταφράσεις |
| currency n | (money system) | νόμισμα ουσ ουδ |
| | I need to get some foreign currency for my holidays. What is the name of the currency used in Hungary? |
| | ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ευρώ. |
| currency n | (prevalence) (ιδιότητα) | επικαιρότητα ουσ θηλ |
| | It's hard to believe that this idea once had currency. |
| | Είναι δύσκολο να το πιστέψεις πως κάποτε αυτή η άποψη ήταν στην επικαιρότητα. |
| currency n | (being generally accepted) | κύρος ουσ ουδ |
| | | αποδοχή ουσ θηλ |
| | (μτφ: κερδίζω, χάνω) | έδαφος ουσ ουδ |
| | Darwin's ideas soon gained currency. |
| | Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα απέκτησαν κύρος. |
| | Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα γνώρισαν αποδοχή. |
| | Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα κέρδισαν έδαφος. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: