Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

single currency


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο currency παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: single
  • WordReference
  • Definition
  • Synonyms
  • English Collocations

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
currency n (money system)νόμισμα ουσ ουδ
 I need to get some foreign currency for my holidays. What is the name of the currency used in Hungary?
 ⓘΑυτή η πρόταση δεν είναι μετάφραση της αγγλικής πρότασης. Το νόμισμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι το ευρώ.
currency n (prevalence) (ιδιότητα)επικαιρότητα ουσ θηλ
 It's hard to believe that this idea once had currency.
 Είναι δύσκολο να το πιστέψεις πως κάποτε αυτή η άποψη ήταν στην επικαιρότητα.
currency n (being generally accepted)κύρος ουσ ουδ
  αποδοχή ουσ θηλ
  (μτφ: κερδίζω, χάνω)έδαφος ουσ ουδ
 Darwin's ideas soon gained currency.
 Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα απέκτησαν κύρος.
 Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα γνώρισαν αποδοχή.
 Οι απόψεις του Δαρβίνου σύντομα κέρδισαν έδαφος.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
currency board n (bank that sets exchange rates)νομισματικό συμβούλιο φρ ως ουσ ουδ
currency converter n (device that calculates a sum in foreign money)μετατροπέας νομισμάτων φρ ως ουσ αρσ
  εργαλείο μετατροπής νομισμάτων φρ ως ουσ ουδ
 There are several currency converters online to help you get the current exchange rate.
currency exchange n (foreign money-changing service)υπηρεσία συναλλάγματος ουσ θηλ
  ανταλλακτήριο συναλλάγματος ουσ ουδ
 Most international airports have a currency exchange.
currency symbol n (represents a currency)σύμβολο νομίσματος περίφρ
foreign currency n (money used in another country)συνάλλαγμα ουσ ουδ
  ξένο νόμισμα επίθ + ουσ ουδ
 The euro is a foreign currency in the USA, and the dollar is a foreign currency in France.
 In Denmark, Sweden and the UK the Euro is still foreign currency.
 Το ευρώ είναι ξένο νόμισμα στην Αμερική και το δολάριο είναι ξένο νόμισμα στη Γαλλία. // Στη Δανία, τη Σουηδία και το Ηνωμένο Βασίλειο, το ευρώ είναι ακόμη ξένο νόμισμα.
hard currency n (coins and bills)μετρητά ουσ ουδ πλ
 We accept only hard currency, no checks or credit cards.
hard currency n (currency unlikely to lose value) (μεταφορικά)σκληρό νόμισμα επίθ + ουσ ουδ
 The price of a hard currency tends to remain stable in the short term.
lose currency vtr + n (become out of date)ξεπερνιέμαι ρ αμ
  δεν είμαι πια της μόδας έκφρ
 Some said that skateboarding was a fad that would lose currency in no time.
mock currency n (counterfeit money)πλαστό νόμισμα επίθ + ουσ ουδ
 The counterfeiter made mock currency.
national currency n (law: nation's official currency)εθνικό νόμισμα επίθ + ουσ ουδ
pivot currency n (monetary unit used for conversion) (μετατροπή νομισμάτων)νόμισμα αναφοράς φρ ως ουσ ουδ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση single currency στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «single currency».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!